Translate

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας κολαζόμενα από το Διεθνές Δίκαιο


Ομιλία του νομάρχη Βοιωτίας, νομικού, πρώην ευρωβουλευτή, Γιάννη Σταμούλη

Αγαπητοί φίλοι,
Είναι εκτός πάσης αμφιβολίας ότι η σημερινή εκδήλωση δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια προσπάθεια η οποία, επιτέλους, έπρεπε να δρομολογηθεί, αφού περισσότερος από μισός αιώνας πέρασε από τότε που η ναζιστική λαίλαπα προκάλεσε τόσες και τέτοιες καταστροφές στη χώρα και, όπως εύστοχα παρατηρήθηκε και απόλυτα τεκμηριωμένα, απαιτείται ακαθάριστο εθνικό προϊόν διάρκειας 35 ετών για να καλύψει ζημιές που προκλήθηκαν από τη ναζιστική λαίλαπα στο διάστημα της Κατοχής. [...]

Είναι ίσως χρήσιμο να σημειωθεί εδώ ότι το όλο πρόβλημα των επανορθώσεων, δηλαδή και το «Δάνειο» και οι κατά κυριολεξία επανορθώσεις των δημοσίων περιουσιακών στοιχείων και οι επανορθώσεις ζημιών που προκλήθηκαν σε ιδιωτικές περιουσίες και σε άτομα που εξοντώθηκαν, οφείλονται σε ενέργειες που χαρακτηρίζονται από το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο εγκλήματα κολαζόμενα από αυτό το Δίκαιο.

Πρέπει να γίνει γνωστό και να περάσει στην κοινή γνώμη απλοποιημένη η νομική πλευρά του όλου θέματος, ότι:

Το Διεθνές Δίκαιο χαρακτηρίζει ορισμένα εγκλήματα ως εγκλήματα διεθνή – προβλεπόμενα, δηλαδή, και τιμωρούμενα από το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο. Αυτές οι διατάξεις, αυτά τα κείμενα, έχουν κωδικοποιηθεί στον Κώδικα του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης και χαρακτηρίζουν τις αξιόποινες δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα επ’ ευκαιρία πολέμου.
Χαρακτηρίζονται αφενός μεν ως εγκλήματα κατά της ειρήνης, δεύτερη κατηγορία – εγκλήματα πολέμου και τρίτη κατηγορία – εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Η Ελλάς υπέστη τις συνέπειες τέτοιων ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, που συνιστούν και τα τρία εγκλήματα. Δηλαδή:

Υπήρξε θύμα «εγκλήματος κατά της ειρήνης», διότι έγκλημα κατά της ειρήνης χαρακτηρίζεται ο σχεδιασμός, η προπαρασκευή και η εκτέλεση επιθετικού πολέμου, οσάκις λαμβάνει χώρα επιθετικός πόλεμος.
Και είναι εκτός πάσης αμφιβολίας ότι ο πόλεμος που κηρύχθηκε κατά της χώρας μας από τις δυνάμεις του άξονος, δηλαδή και από την Ιταλία και τη Γερμανία, συνιστούσε επιθετικό πόλεμο, εναρκτήριο λάκτισμα του οποίου υπήρξε η καταβύθιση της «Έλλης», στις 15 Αυγούστου του ’40, επακολούθησε η κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, καθαρά επιθετικού, στο τέλος έκλεισε ο κύκλος με την κήρυξη του Γερμανικού πολέμου, στις 6 Απριλίου 1941.

Συνεπώς, ό,τι προέκυψε ως επιζήμια συνέπεια από τη διάπραξη αυτών των εγκλημάτων κατά της ειρήνης, δηλαδή η διαδοχική κήρυξη πολέμων επιθετικών, αποτελεί νόμιμη αιτία διεκδικήσεως των οφειλομένων αποζημιώσεων, συνεπεία της ευθύνης του Γερμανικού Δημοσίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τη δραστηριότητα την αξιόποινη των οργάνων του της εποχής εκείνης. Αυτό έχει μια ιδιαίτερη σημασία, κυρίως σε ό,τι αφορά τα έξοδα κατοχής. Διότι ναι μεν κατά το Διεθνές Δίκαιο, σε περίπτωση πολέμου όχι επιθετικού (μη δυναμένου να χαρακτηρισθεί ως επιθετικού), τα έξοδα κατοχής –δηλαδή τα έξοδα διαβιώσεως των δυνάμεων κατοχής– βαρύνουν την κατεχόμενη χώρα, αλλά τούτο δεν μπορεί να ισχύει οσάκις η κατεχόμενη χώρα υπήρξε θύμα εγκλήματος κατά της ειρήνης, όπως η συγκεκριμένη περίπτωση.

Συνεπώς, οι αξιώσεις της Ελλάδος περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα κατοχής όσο και το Δάνειο, το σύνολο των ζημιών που προκλήθηκαν σε δημόσια έργα και εγκαταστάσεις και, τέλος, το σύνολο των ζημιών, που προκλήθηκαν σε ιδιωτικές περιουσίες και σε πρόσωπα, τα οποία έγιναν θύματα των ομαδικών και απάνθρωπων εκτελέσεων, διότι όλα αυτά –τα δεύτερα– συνιστούν εγκλήματα: και εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας είναι η Σφαγή του Διστόμου.

Στις 10 Ιουνίου 1944, όπως είναι ευρέως γνωστό, το Δίστομο έγινε παρανάλωμα του πυρός αφ’ ενός και, αφ’ ετέρου, υπέστη μίαν σφαγήν, με τέτοιαν αγριότητα, με τέτοιο μίσος και πάθος κατά του ανθρωπίνου είδους, που πολύ φοβούμαι ότι ωχριούν μπροστά σε οποιεσδήποτε άλλες ανάλογες επιδόσεις στη διαδρομή της ανθρώπινης και της ελληνικής ιστορίας.

Είναι χαρακτηριστική μια επιστολή, η οποία εγράφη την επομένη της σφαγής του Διστόμου από τον τότε Κατοχικό Νομάρχη προς τον τότε Κατοχικό Υπουργό Εσωτερικών. Η ανάγνωση αυτού του κειμένου προκαλεί ρίγη στην κυριολεξία.
Όταν περιγράφει π.χ. τη σφαγή του ιερέως του χωριού, ο οποίος αποκεφαλίστηκε και ευρέθη το κεφάλι του με εξορυγμένους τους οφθαλμούς, όταν περιγράφει το ξεκοίλιασμα εγκύου γυναικός και την περιτύλιξη των εντέρων πέριξ του σώματος και αποκεφαλισμού της, όταν περιγράφει αποκεφαλισμό νηπίου, με κομμένη εις το στόμα του την θηλή του μαστού της μητρός του, διερωτάται κανείς:

Είναι δυνατόν να έχουμε τέτοιου είδους αγριότητα εις το ανθρώπινον είδος; Υπήρξε αυτό το τραγικό φαινόμενο, κάτι το οποίον αποδοκιμάζει έντονα κάθε λογικός άνθρωπος.
Ανάλογη συμπεριφορά υπήρξε σε πάρα πολλές πόλεις και χωριά της Ελλάδος: στα Καλάβρυτα, στο Κομμένο, στη Βιάνο, στον Χορτιάτη κ.ο.κ.

Μπροστά σε αυτό το φαινόμενο –το οποίο έχουν βιώσει περισσότερο από κάθε άλλον οι παριστάμενοι και τιμώντες την αποψινή εκδήλωση αντιστασιακοί της χώρας– ερωτάται ποια πρέπει να είναι η συμπεριφορά μας πλέον και τι πρέπει να κάνομε έναντι της σημερινής Γερμανίας, η οποία αποτελείται, θέλομε να πιστεύουμε, από ένα λαό, ο οποίος υπήρξε επίσης θύμα αυτού του απάνθρωπου καθεστώτος, του ναζιστικού καθεστώτος.

Σε μια συνέντευξη που μου ζητήθηκε από τη γερμανική τηλεόραση, ρωτήθηκα πώς θεωρώ ότι πρέπει να συμπεριφερθεί η σημερινή γερμανική νεολαία στο εκκρεμές θέμα των οφειλομένων επανορθώσεων. Και, βεβαίως, θα μπορούσε να ειπεί κανείς, ότι είναι μακράν των σκέψεων των Ελλήνων η αρχή του «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα».

Δεν ζητούμε από τη σημερινή Γερμανία να πληρώσει τις αμαρτίες των ναζιστικών προγόνων της, κάθε άλλο. Εκείνο το οποίο επιβάλλει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως της γερμανικής πλευράς έναντι του δεινοπαθήσαντος ελληνικού λαού είναι το γεγονός ότι: αμέσως μετά τον πόλεμο, τη λήξη του πολέμου, τα εμπόλεμα κράτη –περιλαμβανομένης και της Ελλάδος– επέδειξαν όχι απλώς μεγαλοψυχίαν, επέδειξαν κάτι το πρωτοφανές ευνοϊκό για ένα ηττημένο κράτος. [...]

Είναι γνωστό σε όλους ότι με μια σύμβαση, που υπεγράφη στο Λονδίνο το 1953, δεχθήκαμε και εμείς –το ελληνικό κράτος– να ανασταλεί πάσα διεκδίκηση οφειλών της Γερμανίας (δάνεια, κλήρινγκ, οτιδήποτε) μέχρις υπογραφής της Συνθήκης Ειρήνης.

Και Συνθήκη Ειρήνης με τη Γερμανία υπεγράφη τον Σεπτέμβριο του 1990 στη Μόσχα, μεταξύ των δύο Γερμανιών και των τεσσάρων δυνάμεων (Αγγλίας, Αμερικής, Γαλλίας και Σοβ. Ενώσεως – τότε), διά της οποίας ενοποιήθηκε η Γερμανία, έπαψε η κατοχή των γερμανικών εδαφών από τις συμμαχικές δυνάμεις και το γερμανικό κράτος ανέκτησε πλήρως τα κυριαρχικά του δικαιώματα.

Πρέπει να γίνει γνωστό ότι τα άλλα εμπόλεμα με την Ελλάδα κράτη, δηλαδή η Ιταλία και η Βουλγαρία, υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης μετά της Ελλάδος και επλήρωσαν επανορθώσεις. Μικρά μεν ποσά –δεν έχει σημασία– αλλά πλήρωσαν επανορθώσεις.
Με τη Γερμανία δεν συνέβη το ίδιο. Συνεπώς, το θέμα των οφειλών της Γερμανίας από τον Β´ Παγκόσμιο πόλεμο δεν αποτελεί απλώς χρέος των τέκνων για αιτία οφειλόμενη στους γονείς· το χρέος αποτελεί υποχρέωση η οποία απορρέει από μια μεταχείριση η οποία επιδείχθηκε έναντι της ηττημένης Γερμανίας από τα εμπόλεμα κράτη, περιλαμβανομένης και της Ελλάδος, η οποία μεταχείριση επέτρεψε να αναπτυχθεί η Γερμανία και να προοδεύσει στην περίοδο της Ειρήνης.

Έτσι, νομίζουμε, ότι πλέον ο σημερινός γερμανικός λαός, αυτός ο οποίος επίσης δεινοπάθησε από το ναζιστικό καθεστώς, αναγνωρίζοντας την προσφορά που του έγινε από πλευράς και Ελλάδος, οφείλει ν’ ανταποκριθεί σε αυτή την ανεκπλήρωτη υποχρέωσή του.

Αντιλαμβάνεσθε, κυρίες και κύριοι, ότι από το 1990, οπότε πλέον ανεβίωσε η υποχρέωση της Γερμανίας, έπαψε και η αναστολή ως προς τη διεκδίκηση των οφειλομένων αποζημιώσεων και επανορθώσεων.

Αλλά από το 1990 δεν είχε ανακινηθεί θέμα διεκδικήσεως αποζημιώσεως. Το 1995 θεώρησα ότι είχαμε υποχρέωση, από πλευράς Νομαρχιακής Διοίκησης Βοιωτίας, ακριβώς επειδή η Βοιωτία είχε πληρώσει βαρύ φόρο αίματος στο διάστημα της γερμανικής κατοχής, να ανακινήσουμε το θέμα· και επιλέξαμε τη μόνη οδό, η οποία μπορούσε να αποδώσει αποτέλεσμα – και η οδός ήταν μόνον η δικαστική.

Γι’ αυτό το λόγο καλέσαμε τους κατοίκους του Διστόμου, εφόσον θα έκριναν ότι ήθελαν να διεκδικήσουν τις αποζημιώσεις του Διεθνούς Δικαίου, που είχαν δικαίωμα να εισπράξουν δικαστικώς, να εξουσιοδοτήσουν το Νομάρχη Βοιωτίας, ώστε για λογαριασμό τους να εκκινήσει τη σχετική δικαστική διαδικασία.
Όταν πήραμε αυτή την πρωτοβουλία πολλοί κούνησαν με περίσκεψη το κεφάλι τους, άλλοι μας εχλεύασαν!

Πιστεύω, όμως, ότι αυτές οι πρώτες αντιδράσεις υπεχώρησαν και ήδη έχει γίνει πανελλήνια συνείδηση η ανάγκη της ενεργοποιήσεως και της διεκδικήσεως στον τομέα των επανορθώσεων, και γι’ αυτό ακριβώς παρατηρείται το φαινόμενο της ασκήσεως αγωγών σε πανελλήνια κλίμακα, των εθνικών Δικαστηρίων, τα οποία είναι και αρμόδια να δικάσουν αυτές τις υποθέσεις.
Επιτρέψτε μου να παρατηρήσω ότι η θέση της σημερινής Γερμανίας, που ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να δικαστεί από τα εθνικά Δικαστήρια, είναι και εσφαλμένη και αντίθετη στο Διεθνές Δίκαιο.

Τα εθνικά Δικαστήρια έχουν δικαίωμα να εκδικάσουν υποθέσεις καταβολής αποζημιώσεων, οι οποίες οφείλονται σε αξιόποινη δραστηριότητα που έλαβε χώρα στην περιφέρειά τους, και οι παθόντες δεν είναι υποχρεωμένοι να προσφύγουν στα γερμανικά δικαστήρια προς εκδίκαση αυτών των υποθέσεων, ούτε το γερμανικό Δημόσιο απολάβει του δεδηλωμένου δικαιώματος ετεροδικίας. Και είναι εξαιρετικά επίκαιρο το περιστατικό, που μόλις πριν λίγη ώρα ανακοινώθηκε από τα Μέσα Ενημέρωσης, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Μεγάλης Βρετανίας, του Δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων, το οποίον δεν ανεγνώρισε δικαίωμα ετεροδικίας υπέρ του δικτάτορα Πινοσέτ και έκρινε ότι μπορεί να δικαστεί από τα κατά τόπους εθνικά Δικαστήρια στις περιοχές των οποίων έλαβαν χώρα εγκλήματα αποδοκιμαζόμενα από το Διεθνές Δίκαιο.

Αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα η απόφαση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Μεγάλης Βρετανίας, ακριβώς γιατί η Μεγάλη Βρετανία είναι μια χώρα τρίτη, εις το έδαφος της οποίας βρέθηκε ο Πινοσέτ, συνελήφθη συνεπεία εντάλματος εκδοθέντος από τις ισπανικές Αρχές και το Ανώτατο Δικαστήριο μιας τρίτης χώρας, στην προκειμένη περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία δεν κράτησε τον Πινοσέτ να τον δικάσει για δικό της λογαριασμό, έκρινε ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν αναγνωρίζει δικαίωμα ετεροδικίας επί τέτοιων αξιοποίνων δραστηριοτήτων, που συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος, για όσα έπραξε σε βάρος Ισπανών υπηκόων.

Νομίζω ότι η άποψη την οποία υποστηρίζει η γερμανική κυβέρνηση, το Υπουργείο Εξωτερικών της σημερινής γερμανικής Κυβέρνησης, είναι εσφαλμένη. Και, χωρίς να θέλω να προδικάσω τίποτε, πιστεύω, ότι το ακυρωτικό μας, ο Άρειος Πάγος, στον οποίο έχει προσφύγει το γερμανικό Δημόσιο κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς για τη σφαγή του Διστόμου, με την οποία αναίρεση ισχυρίζεται ότι κακώς κρίθηκε ότι δεν απολάβει του δικαιώματος της ετεροδικίας, θα δικαιώσει και θα επικυρώσει την ορθή απόφαση που εξέδωσαν οι δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς.

Το θέμα το οποίο ανακύπτει είναι:

Ποια είναι η εφεξής πορεία σε ό,τι αφορά τη διεκδίκηση των οφειλομένων επανορθώσεων, εφόσον τελεσιδικήσει η απόφαση της Λιβαδειάς ή και άλλων Δικαστηρίων της χώρας;

Πώς θα εισπραχθούν εκείνα τα οποία έχουν επιδικαστεί υπέρ των θυμάτων, των οικείων των θυμάτων και των υποστάντων καταστροφές;

Πρέπει να λεχθεί ότι αυτές οι αποφάσεις είναι εκτελεστές και στη Γερμανία και επί περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού Δημοσίου οπουδήποτε και αν ευρίσκονται.[...]

Κυρίες και κύριοι, σε μια επίσκεψη στη Γερμανία, όπου είχα την τιμή να προσκληθώ, συζήτησα με εκπροσώπους όλων των κομμάτων, και των πέντε που είναι στη γερμανική Βουλή σήμερα, δηλαδή CDU (Χριστιανοδημοκράτες), Φιλελεύθερους, Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινους και Σοσιαλιστές.

Και πρέπει να σας πω ότι η άποψη όλων των εκπροσώπων των κομμάτων, βεβαίως, ήταν υπέρ των ελληνικών απόψεων.
Επιτρέψατέ μου να έχω την άποψη ότι οι τοποθετήσεις του καγκελάριου Κολ και του πρώην Υπουργού Εξωτερικών Κλάους Κίνκελ προφανώς εξέφραζαν τις υπηρεσιακές θέσεις του μηχανισμού του Υπουργείου των Εξωτερικών και δεν αποτελούσαν πολιτική θέση του γερμανικού Δημοσίου.
Συμπερασματικά, νομίζω ότι η πρωτοβουλία που έχει αναληφθεί από το «Εθνικό Συμβούλιο» και την «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση», συνεχίζοντας μια πρωτοβουλία στην οποία πρωτοστατεί ο Μανώλης Γλέζος, για την έναρξη και την προώθηση ενός γόνιμου διαλόγου μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας, θα αποδώσει καρπούς.

Και θέλω με αυτή την ευκαιρία να εκφράσω τα ιδιαίτερα συγχαρητήριά μου προς τον παριστάμενο Αντιπρόεδρο της Βουλής κ. Αποστολίδη, ο οποίος θ’ αναλάβει μια πρωτοβουλία με την έγκριση του Προέδρου της Βουλής κ. Κακλαμάνη για τη δημιουργία μιας διακομματικής Επιτροπής, η οποία θα έχει και την πρωτοβουλία των πολιτικών χειρισμών που πρέπει να γίνουν, και είναι απολύτως αναγκαία για να οδηγηθούμε σ’ ένα ευχάριστο αποτέλεσμα.

Πρέπει να σας πω ότι στη Γερμανία έχουμε πολλούς συνηγόρους του αιτήματός μας. Δεν είναι τυχαίο ότι η Γερμανίδα βουλευτής Ούλα Γιέλσεν, σε μια τελευταία εκδήλωση που έγινε, με πρωτοβουλία της Ελληνικής Κοινότητος του Ντύσελντορφ και αντιστασιακών γερμανικών οργανώσεων –στην οποία είχαμε την τιμή να κληθούμε ο κύριος Γλέζος και εγώ– είπε το εξής επιγραμματικό:

Θεωρεί ντροπή για τη σημερινή Γερμανία ο κρατικός της προϋπολογισμός να έχει πίστωση 12 δισεκατομμυρίων μάρκων για καταβολή συντάξεων των SS, αντί να διαθέσει αυτές τις πιστώσεις για την πληρωμή των τραγικών θυμάτων των SS.

Όταν ακούγονται τέτοιες φωνές στη Γερμανία, στο γερμανικό Κοινοβούλιο, όταν διακεκριμένοι καθηγητές του Διεθνούς Δικαίου, όπως είναι ο δόκτωρ Πεκ, καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου, ο οποίος δηλώνει ότι η απόφαση για το Δίστομο είναι νομικά άψογη και απόλυτα τεκμηριωμένη, όταν διακεκριμένοι δημοσιογράφοι, οι οποίοι παρευρέθηκαν και στη συγκέντρωση του Ντύσελντορφ, γεμίζουν τα φύλλα των γερμανικών εφημερίδων με την υπόθεση του Διστόμου, με την υπόθεση των Καλαβρύτων, με την υπόθεση του Κομμένου Άρτας, με την υπόθεση όλων των μαρτυρικών πόλεων και χωριών, διατηρούν το θέμα στην επικαιρότητα και εμφανίζεται μια έντονη κινητικότητα αυτό τον καιρό, και από γερμανικής πλευράς, έχω την εντύπωση, κυρίες και κύριοι, ότι δεν δικαιούμεθα να υπνώττουμε.

Και, από την άποψη αυτή, εάν υλοποιηθεί η πρωτοβουλία της Βουλής των Ελλήνων για τη δημιουργία της διακοινοβουλευτικής Επιτροπής και εάν οι έχοντες την πρωτοβουλία της σημερινής συγκεντρώσεως συντονίσουμε τις ενέργειές μας, πιστεύω ότι σύντομα θα έχουμε το ευχάριστο αποτέλεσμα, να εκπληρωθούν επιτέλους οι υποχρεώσεις που βαρύνουν το Γερμανικό Δημόσιο, έστω και μετά από μισό αιώνα, από τότε που έλαβαν χώρα τα όσα κακουργήματα τελέσθηκαν εις τη χώρα μας.

Ευχαριστώ πάρα πολύ. 
Ομιλία του νομάρχη Βοιωτίας, νομικού, πρώην ευρωβουλευτή, Γιάννη Σταμούλη.
---------------------------------

 Προσφορά από

Πατήστε εδώ  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου