Translate

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Το νούμερο 4 2 3 2 0 ήταν μια Ελληνίδα αγωνίστρια


Προς το Προεδρείο της Ημερίδας για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων

Είμαι μια από τις 16 Ελληνίδες κρατούμενες στο χιτλερικό στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ, που επέζησαν. Και επειδή βρίσκομαι στο νοσοκομείο χειρουργημένη και δεν μπορώ να παραβρεθώ στην Ημερίδα σας, στέλνω μια μικρή ανάμνηση
από εκείνο το κάτεργο.
[...] Στεκόμουν, όπως όλες μας, μπροστά στον τόρνο, όπου οι ναζί μάς υποχρέωναν να δουλεύουμε επί 12 ώρες, λειαίνοντας
φονικούς κάλυκες για τις σφαίρες. Κάποια στιγμή αφαιρέθηκα, και το βουητό του τόρνου γίνηκε το βουητό του τρένου, που με
ταξίδευε στον τόπο μου, το νησί του Ευρίπου. Με τη φαντασία μου βρέθηκε στην πατρίδα μου, την όμορφη Λίμνη. Στο πατρικό μου σπίτι. Στεκόμουν στην κουζίνα, κοντά στο παράθυρο, κι έβλεπα τις πευκοβελόνες να τρυπώνουν μέσα απ’ τη σήτα, κι ανάσαινα τη μοσκιά του πεύκου. Στο ρυθμό του τόρνου άκουγα τον αργαλειό της μητέρας μου και τη φωνή της: «Κορίτσια! Τον καφέ και το βύσσινο του πατέρα σας!...»

Ήταν απομεσήμερο. Καλοκαίρι. Σ’ αυτή τη θέση καθόταν ο πατέρας μας ξυπνώντας το απόγευμα και ρουφούσε, μαζί με τον καφέ του, το άρωμα του πεύκου. Μπροστά απ’ τα μάτια μου πέρασαν οι μορφές
των δικών μου. Τις κρατούσα πάντα μέσα μου σαν φυλαχτό, και αναδύονταν στις πιο κρίσιμες στιγμές. Έπιασα κουβέντα με τα χέρια τους. Αναρωτιόμουν σε ποιο χέρι φορούσε ο πατέρας το δαχτυλίδι με την πέτρα, που πριν λίγα χρόνια ακόμα το στιφογύριζα στο δάχτυλό μου παίζοντας...
Η μητέρα, θυμήθηκα, φορούσε τη βέρα της στο μεσαίο δάχτυλο. Θα φορούσα, άραγε, ποτέ βέρα εγώ;


Μιλούσαμε μόνο με τα μάτια. Πονάμε, πεινάμε, παγώνουμε, καιγόμαστε στον πυρετό και δουλεύουμε. Τα μάτια μόνο μάς απομένουν για να μιλάμε μεταξύ μας.


Ξαφνικά, ένας κάλυκας σφύριξε στο αυτί μου. Τον είχε πετάξει η ομπερίνα, με άχτι. Η χιτλερίνα επιστάτρια που μας παρακολουθούσε. Ένιωσε, φαίνεται, πως το νούμερο 42320 ταξίδευε αλλού. Είχε για λίγες στιγμές δραπετεύσει από την κόλασή
του. Είχε διαπράξει έγκλημα. Από νούμερο, τόλμησε να ξαναγίνει άνθρωπος. Ένα κορίτσι που ονειρευόταν. Όχι! Έπρεπε, ώσπου να πεθάνω, να είμαι το νούμερο 42320 και τίποτε άλλο...

Ανταλλάξαμε ματιές με τις συμπατριώτισσές μου. Μιλούσαμε μόνο με τα μάτια. Πονάμε, πεινάμε, παγώνουμε, καιγόμαστε στον πυρετό και δουλεύουμε. Τα μάτια μόνο μάς απομένουν για να μιλάμε μεταξύ μας. Χωρίς σπασμωδικές κινήσεις, για να μην υποψιαστεί τίποτε η ομπερίνα, σκύβω στο κασονάκι όπου έπεφταν οι κάλυκες
και, όσο πιο γρήγορα μπορούσα, τους ανακατεύω: να μην ανακαλύψει στον έλεγχο τις ρωγμές που έκανε ένα σιδεράκι, που
βάζαμε στο κοπίδι του τόρνου, βγάζοντας σκάρτους, ακατάλληλους για το φονικό προορισμό τους, κάλυκες.
Αυτό το οργανωμένο σαμποτάζ από όλες μας ήταν η εκδίκησή μας, η ανάσα ζωής, η περηφάνεια μας.
Η ομπερίνα απομακρύνθηκε κι εγώ, καθώς χάιδευα τους σκάρτους κάλυκες, ένιωσα ν’ αναβλύζει από βαθιά μέσα μου το επονίτικο τραγούδι μας της Αντίστασης.
Συνεχίζαμε, κι απ’ αυτό το έσχατο μετερίζι, τον αγώνα του λαού μας. Της γενιάς μας.
Ανυπόταχτες! Άνθρωποι ! Όχι νούμερα...

Λούλα Βλαχούτσικου-Γιαννακοπούλου
Κρατούμενη στα στρατόπεδα Ράβενσπρουκ και Μπούχενβαλντ
Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο, Νοέμβριος 1998

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου