Translate

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Ολοκαύτωμα Διστόμου


Αφήγηση Γιάννη Μπασδέκη, Δίστομο
ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ για το Δίστομο σαν να ήταν μαυραγορίτες, με αυτοκίνητα πολιτικά, πήραν ρούχα από τους κρατουμένους και ντυθήκανε. Από πίσω ακολούθησε φάλαγγα, κι άλλη μία ερχόταν από την Άμφισσα. Στο δρόμο σκοτώσανε, πριν φτάσουν στο Δίστομο, γυναικόπαιδα: τη Σφουντούρου τη Φλωρού, τη μάνα της, τον Γιάννη τον Λεμονή… Δηλαδή σκοτώσανε ανθρώπους πριν φτάσουν στο Δίστομο. Συλλάβανε δώδεκα λεβέντες στα χωράφια τους, που δουλεύανε, και τους είχανε για ομήρους, απάνω στ’ αυτοκίνητα. Φτάνοντας εδώ, στο Δίστομο, ρώτησαν τον πρόεδρο, τον παπά –αυτά τα έμαθα μετά, δεν τα έζησα εγώ προσωπικά, γιατί βρισκόμουν έξω από το χωριό– αν είχαν περάσει αντάρτες απ’ εδώ. Τους είπανε «Ναι, περάσανε. Πήραν αυτή την κατεύθυνση» και τους έδειξαν κάποια κατεύθυνση. Προχώρησαν προς το Στείρι. Εκεί βρισκόντουσαν οι αντάρτες και τους «χτύπησαν». Είχαν σοβαρές απώλειες, δεν μπόρεσαν να σπάσουν τη γραμμή των ανταρτών και επέστρεψαν πάλι στο Δίστομο. Και από ’κεί ξεκινάει το μακελειό. Εκτός από τους κρατούμενους και τις γυναίκες που πουλάγανε κάτι γυαλιά, άρχισαν να σκοτώνουν πριν φτάσουν στο χωριό. Συγκεκριμένα, απ’ τα χωράφια, πριν ακόμα κάνουν την εκτέλεση, είχαν πιάσει κάποιον Σκούτα. Έναν Αριστείδη Σφουντούρη και έναν Βασιλείου μάλιστα του Βασιλείου του έβγαλαν το μάτι και τον σέρναν απ’ τα πόδια και τους πήγαν σε κάποια τοποθεσία Κάναλες που εκεί τους εκτέλεσαν. Έρχονται εδώ με τ’ αυτόματα, κατεβάζουν τα παιδιά και τα σκοτώσαν. Φέρανε κι έναν τραυματία τους, τον επικεφαλής Τέο. Αυτός ζήτησε νερό από κάποια Κατερίνη Σφουντούρη. Η γυναίκα αυτή τους πήγε νερό για να πιει και επιστρέφοντας στο σπίτι μπήκανε οι Γερμανοί και τους εκτέλεσαν όλους και βάλανε φωτιά και τους έκαψαν και το σπίτι. Για το ευχαριστώ αυτό. Ένας απ’ αυτούς που περίμενε να τον εκτελέσουν κατάφερε να λυθεί είναι αυτός εκεί που έχω στη φωτογραφία. ήτανε τέταρτος κατά σειρά, έλυσε τα χέρια του και επετέθη κατά του εκτελεστικού αποσπάσματος. Βέβαια δεν τα κατάφερε, γιατί τον χτύπησε άλλος από πίσω και καταματωμένο και μισοπεθαμένο τον στήσανε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Μετά την εκτέλεση αυτή ξεχύθηκαν σ’ όλο το χωριό και δεν αφήσανε τίποτε ζωντανό, ό,τι βρίσκανε. Άνδρες, γυναίκες, μικρά παιδιά, ζώα, κότες… δεν αφήσανε τίποτε ζωντανό. Το χωριό είχανε δώσει εντολή να είναι κλεισμένο μες στα σπίτια και βρισκόταν ο κόσμος κλεισμένος στα σπίτια του. Σκοτώσανε τον παπά του χωριού που βρήκανε εκεί, η παπαδιά τρελάθηκε. Να σας πω τι έζησα εγώ… Εγώ είδα την οικογένεια του φαρμακοποιού σκοτωμένους όλους. Σκοτώσανε μια οικογένεια με πέντε παιδιά: τον μπαμπά, τη μαμά και τα παιδάκια στη θέση Βεβά, και τον αγωγιάτη. Εκεί τους εκτέλεσαν αυτούς, μετά δυο μέρες.
Για την οικογένειά μου εκείνο που ξέρω είναι ότι σκότωσαν την αδελφούλα μου, διόμισι ετών· την κάρφωσαν με μια λόγχη στην κοιλιά, όπως την κρατούσε στην αγκαλιά της η μαμά. Σκοτώνουν τη μητέρα μου –ήταν μητριά μου– και τον παππού μου. Τον αδελφό μου, τον Γιώργο, του κάνανε εκτέλεση στο κεφάλι, διαμπερές στο κεφάλι, ήταν έξι ετών τότε. Ευτυχώς έζησε, σπάζοντας το σαγόνι του και ορισμένα δόντια. Μετά, την άλλη μέρα, πήγα εγώ και ο πατέρας μου μέσα, στο χωριό, για να τους θάψουμε. Ο πατέρας μου έπιασε τον μικρό από το πόδι και είδαμε ότι είχε αίματα. Του ’βαλε το δάχτυλο στο στόμα και του πέταξε ένα κομμάτι παγωμένο αίμα από το στόμα έζησε, το φέραμε εδώ πέρα, το πήρε ο Ερυθρός Σταυρός. Το στείλαμε στην Κηφισιά και σήμερα ζει. Ζει από το Δίστομο. Τους άλλους τους θάψαμε στον κήπο του σπιτιού, γιατί ο χρόνος δεν μας επέτρεπε να πάμε να τους θάψουμε σε νεκροταφείο...





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου